κρεβάτι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρεβάτι

  • kɾeˈva.ti

Where it comes from

κρεβάτι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρεβάτιον < ελληνιστική κοινή κραβ(β)άτιον, υποκοριστικό του κράβατος / κράββατος < μακεδονική διάλεκτος *γράβος / γράβιον

noun κρεβάτι · κρεβάτια · κρεβατιού · κρεβατιών

  1. το επίπεδο (έπιπλο) πάνω στο οποίο κοιμόμαστε ※ Στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας ήταν το τεράστιο κρεβάτι πάνω στο οποίο κείτονταν ο Θεόδωρος Καρατάσος (Ελληνικά εγκλήματα 4, Δεκαεννέα αστυνομικές ιστορίες, Εκδόσεις Καστανιώτη, 2011)
  2. η κλίνη ξενοδοχείου ή νοσοκομείου αλλά και οι υπηρεσίες που παρέχονται
  3. το έθιμο του γάμου, κατά το οποίο συγγενείς και φίλοι αφήνουν χρήματα πάνω στο κρεβάτι των μελλόνυμφων
  4. familiar, προφορικό η ερωτική πράξη // οι επιδόσεις των εραστών κατά τη συνουσία

Similar: κλίνη, κούνια, ντιβάνι, ράντζο

Thesaurus

In English

  • bed piece of furniture

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρεβάτι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρεβάτι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9

Chicago

"κρεβάτι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρεβάτι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CF%84%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}