κρεμάλα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρεμάλα

  • kɾeˈma.la

Where it comes from

κρεμάλα < κρεμάω / κρεμ(ώ) + -άλα

noun κρεμάλα · κρεμάλες · κρεμάλας

  1. ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρέμεται σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό

    Similar: αγχόνη, ικρίωμα

  2. figuratively, συνεκδοχικά, μεταφορικά πολύ αυστηρή ποινή σε εκφράσεις όπως: η υπόθεση σηκώνει κρεμάλα, πάω για κρεμάλα, θέλει κρεμάλα
  3. figuratively, συνεκδοχικά, μεταφορικά μεγάλη στενοχώρια σε εκφράσεις όπως Είναι λες και τον πάνε για κρεμάλα (είναι πολύ στενοχωρημένος)
  4. figuratively, offensive, μεταφορικά, σκωπτικό χιουμοριστικός χαρακτηρισμός του γάμου, της παντρειάς
  5. παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα

In English

  • gallows wooden framework on which persons are put to death by hanging
  • hangman game

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρεμάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρεμάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1

Chicago

"κρεμάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρεμάλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}