κρεμάλα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρεμάλα
- kɾeˈma.la
Where it comes from
κρεμάλα < κρεμάω / κρεμ(ώ) + -άλα
noun κρεμάλα · κρεμάλες · κρεμάλας
- ξύλινη, συνήθως, κατασκευή από όπου κρέμεται σκοινί με θηλιά και που χρησιμοποιούνταν για τις εκτελέσεις θανατικής καταδίκης με απαγχονισμό
- πολύ αυστηρή ποινή σε εκφράσεις όπως: η υπόθεση σηκώνει κρεμάλα, πάω για κρεμάλα, θέλει κρεμάλα
- μεγάλη στενοχώρια σε εκφράσεις όπως Είναι λες και τον πάνε για κρεμάλα (είναι πολύ στενοχωρημένος)
- χιουμοριστικός χαρακτηρισμός του γάμου, της παντρειάς
- παιχνίδι με λέξεις, κατά το οποίο ένας παίκτης γράφει το αρχικό και το τελευταίο γράμμα μιας λέξης, αφήνοντας ανάμεσά τους παύλες για τα υπόλοιπα· ένας άλλος παίκτης καλείται να μαντέψει σωστά τα ενδιάμεσα γράμματα, πριν σχεδιαστεί, με κάθε λάθος του, ολόκληρο ένα ανθρωπάκι που κρέμεται σε κρεμάλα
In English
Talk about this word "κρεμάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κρεμάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1 "κρεμάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρεμάλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}