κρεμάω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρεμάω
- kɾeˈma.o
Where it comes from
κρεμάω < κρεμ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρεμῶ, συνηρημένος τύπος του κρεμάω (παλιότεροι τύποι: κρέμαμαι, κρήμνυμι). To αρχικό θέμα κρεμ‑α- δεν είναι σαφώς προσδιορισμένο.
verb κρεμάω · κρεμώ · κρεμούσα · κρέμαγα · κρέμασα · κρεμιέμαι
- τοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω κρέμασε στο λαιμό της το χρυσό μετάλλιο
- απαγχονίζω, εκτελώ κάποιον στην κρεμάλα ※ Θα κρεμούσαν για παραδειγματισμό στην πλατεία του χωριού έναν προδότη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
- αφήνω κάποιον εκτεθειμένο ή παραπονεμένο ξεχνώντας την υπόσχεσή που του έδωσα μου είχε υποσχεθεί ότι θα με δανείσει και με κρέμασε τελευταία στιγμή
- ένα μέρος του σώματός μου ή ενός αντικειμένου κατεβαίνει πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως γέρασες, κακομοίρη, και κρέμασες προγούλι!
- ) παντρεύω Το 'πε και το 'κανε. Τους κρέμασε. Ο γάμος έγινε προχτές
In English
- hang to be or remain suspended
Talk about this word "κρεμάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. κρεμάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89 "κρεμάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρεμάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}