κρεμάω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρεμάω

  • kɾeˈma.o

Where it comes from

κρεμάω < κρεμ(ώ) + νεοελληνικό επίθημα -άω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κρεμῶ, συνηρημένος τύπος του κρεμάω (παλιότεροι τύποι: κρέμαμαι, κρήμνυμι). To αρχικό θέμα κρεμ‑α- δεν είναι σαφώς προσδιορισμένο.

verb κρεμάω · κρεμώ · κρεμούσα · κρέμαγα · κρέμασα · κρεμιέμαι

  1. με παθητική φωνή, κρεμιέμαι & κρέμομαι τοποθετώ κάτι με τη μία άκρη του στερεωμένη ψηλότερα και την άλλη να πέφτει ελεύθερα προς τα κάτω κρέμασε στο λαιμό της το χρυσό μετάλλιο
  2. familiar, οικείο απαγχονίζω, εκτελώ κάποιον στην κρεμάλα ※ Θα κρεμούσαν για παραδειγματισμό στην πλατεία του χωριού έναν προδότη. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
  3. figuratively, μεταφορικά αφήνω κάποιον εκτεθειμένο ή παραπονεμένο ξεχνώντας την υπόσχεσή που του έδωσα μου είχε υποσχεθεί ότι θα με δανείσει και με κρέμασε τελευταία στιγμή
  4. ένα μέρος του σώματός μου ή ενός αντικειμένου κατεβαίνει πιο χαμηλά απ' ό,τι συνήθως γέρασες, κακομοίρη, και κρέμασες προγούλι!
  5. familiar, προφορικό ) παντρεύω Το 'πε και το 'κανε. Τους κρέμασε. Ο γάμος έγινε προχτές

In English

  • hang to be or remain suspended

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρεμάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρεμάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89

Chicago

"κρεμάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρεμάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}