κρητικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κρητικός¹
- kɾi.tiˈkos
Where it comes from
κρητικός < (πατριδωνυμικό) Κρητικός < αρχαία ελληνική Κρητικός < Κρήτη
adjective κρητικός · κρητική · κρητικιά · κρητικό · κρητικού · κρητικής
- που προέρχεται από την Κρήτη ή που αναφέρεται σε αυτή ή στους κατοίκους της κρητικό μαχαίρι, κρητικά ήθη και έθιμα
Κρητικός²
- kɾi.tiˈkos
Where it comes from
Κρητικός < αρχαία ελληνική Κρητικός, Κρήτη + -ικός
proper noun Κρητικός · Κρητικοί · Κρητικού · Κρητικών · Κρητικό · Κρητικούς
- αυτός που κατάγεται από την Κρήτη ή κατοικεί εκεί
proper noun Κρητικός · Κρητικοί · Κρητικού · Κρητικών · Κρητικό · Κρητικούς
- ανδρικό επώνυμο
Thesaurus
In English
- Cretan relating to Crete
Talk about this word "κρητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κρητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "κρητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κρητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}