κριτικός

Ελληνικά

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

κριτικός¹

  • kɾi.tiˈkos

Nó đến từ đâu

κριτικός < αρχαία ελληνική κριτικός ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική critique)

tính từ κριτικός · κριτικοί · κριτικού · κριτικών · κριτικό · κριτικούς

  1. που γίνεται με σκοπό την κρίση, την αξιολόγηση κριτικό κείμενο
  2. που έχει την ικανότητα να κρίνει, να αξιολογεί κριτική ικανότητα, κριτική στάση

danh từ κριτικός · κριτικοί · κριτικού · κριτικών · κριτικό · κριτικούς

  1. επάγγελμα που γράφει κριτικές για έργα τέχνης, βιβλία, θεατρικά ή κινηματογραφικά έργα ※ Ο φοβισμός ή φωβισμός [από τη γαλλική λέξη fauves (: αγρίμια, θηρία), επειδή οι κριτικοί θεώρησαν πως οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες ζωγράφιζαν παραμορφωτικά, σαν «θηρία»] εμφανίστηκε το 1905 και υποστήριξε με πάθος την επικράτηση του ενστίκτου στη λογική, του καθαρού χρώματος στη μορφή. Οι φοβιστές

Κριτικός²

Nó đến từ đâu

Κριτικός < κριτικός

danh từ riêng Κριτικός · Κριτικοί · Κριτικού · Κριτικών · Κριτικό · Κριτικούς

  1. ανδρικό επώνυμο

Bằng tiếng Anh

  • critic person who appraises the works of others
  • critical relating to criticism

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"κριτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κριτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"κριτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κριτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}