κριός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Κριός¹
Where it comes from
Κριός < κριός
proper noun Κριός
- όνομα αστερισμού του βόρειου ημισφαιρίου. Ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία: Ari
- το πρώτο ζώδιο του ζωδιακού κύκλου που θεωρείται ότι κυριαρχεί από 21 Μαρτίου ως 19 Απριλίου
κριός²
Where it comes from
κριός < αρχαία ελληνική κριός
noun κριός · κριοί · κριού · κριών · κριό · κριούς
- το αρσενικό πρόβατο
- πολιορκητικός κριός: μεσαιωνική πολιορκητική μηχανή που χρησίμευε στην εκπόρθηση των θυρών των κάστρων. Ήταν φτιαγμένη από έναν κορμό και μια ενισχυμένη κεφαλή που θύμιζε ακριβώς το κεφάλι του κριαριού.
Similar: κριάρι
Thesaurus
noun
Similar: κριάρι
In English
Talk about this word "κριός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κριός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%82 "κριός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κριός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}