κρούστα

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κρούστα

Откуда оно

κρούστα < (άμεσο δάνειο) ιταλική crosta < λατινική crusta (σκληρός φλοιός)

существительное κρούστα · κρούστες · κρούστας

  1. η γενική ονομασία για τη στερεοποιημένη ουσία που σχηματίζεται πάνω από διάφορες ρευστές ουσίες ※ Στο τέλος, για επιδόρπιο σας περιμένουν, δυο χειροποίητα γλυκά: μια lemon cream με φύλλο κρούστας και σάλτσα κόκκινων φρούτων, ή μια μπάρα σοκολάτας τζιαντούγιας σε βάση μπισκότου.

По-английски

  • scab incrustation over a wound

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κρούστα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρούστα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1

Chicago

"κρούστα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρούστα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CE%BF%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}