κρυφός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρυφός¹

Where it comes from

κρυφός < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κρυφός < αρχαία ελληνική κρυπτός

adjective κρυφός · κρυφή · κρυφό · κρυφού · κρυφής

  1. που είναι τοποθετημένος ή φτιαγμένος έτσι ώστε να μην μπρορεί να βρεθεί το κάστρο είχε κρυφές πόρτες
  2. που είναι μυστικός η ερωτική τους σχέση παρέμεινε κρυφή για πολλά χρόνια

    Similar: κρύφιος

  3. figuratively, μεταφορικά που δεν έχει εκδηλωθεί είναι κρυφό ταλέντο
  4. για πρόσωπα μυστικοπαθής είναι πολύ κρυφός για την οικονομική του κατάσταση· κανείς δεν ξέρει αν είναι πλούσιος ή φτωχός
  5. ως ουσιαστικό μυστικός αστυνομικός

Κρυφός²

Where it comes from

Κρυφός < κρυφός

proper noun Κρυφός · Κρυφοί · Κρυφού · Κρυφών · Κρυφό · Κρυφούς

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρυφός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρυφός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82

Chicago

"κρυφός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρυφός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}