κρύβομαι

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κρύβομαι

Откуда оно

κρύβομαι < κρύβω

глагол κρύβομαι · κρυβόμουν · κρυβόμουνα · θα κρύβομαι · να κρύβομαι

  1. πηγαίνω σε κάποιο μέρος όπου να μην μπορεί κανείς να με βρει πού έχει κρυφτεί πάλι αυτό το παιδί;
  2. πηγαίνω πίσω από κάποιον ή κάτι ώστε να μην μπορούν να με δουν οι άλλοι ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τα σύννεφα
  3. figuratively, μεταφορικά ντρέπομαι ή φοβάμαι να εκφράσω στους άλλους τις σκέψεις μου καλά, γιατί κρύβεσαι; πες τους ξεκάθαρα τι θέλεις και θα δεις τι θα πουν!

По-английски

  • hide (intransitive) put oneself in a place where one will be harder to find

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κρύβομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρύβομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"κρύβομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρύβομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CE%B2%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-06}
}