κρύπτη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρύπτη

  • ˈkɾi.pti

Where it comes from

κρύπτη < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κρύπτη < αρχαία ελληνική κρυπτή

noun κρύπτη · κρύπτες · κρύπτης · κρυπτών

  1. καλυμμένος χώρος κατάλληλος για την απόκρυψη αντικειμένων ή ανθρώπων
  2. υπόγεια κατασκευή σε σχήμα θόλου η οποία λειτουργούσε ως χώρος λατρείας κατά τη διάρκεια των διωγμών των Χριστιανών
  3. είδος τάφου εντός μεγαλύτερου, οικογενειακού κυρίως, τάφου
  4. ανατομία κόλπωμα στο επιθήλιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρύπτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κρύπτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7

Chicago

"κρύπτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρύπτη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%80%CF%84%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}