κρύσταλλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κρύσταλλος¹

  • ˈkɾi.sta.los

Where it comes from

κρύσταλλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κρύσταλλος Συγκρίνετε με το κρύσταλλο

:* για επιστημονικούς όρους < λόγιο ενδογενές δάνειο: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική cristal < λατινική crystallus < αρχαία ελληνική κρύσταλλος)

noun κρύσταλλος · κρύσταλλοι · κρυστάλλου · κρύσταλλου · κρυστάλλων · κρύσταλλων

  1. φυσική οποιοδήποτε στερεό παρουσιάζει κανονική πολυεδρική διάταξη των δομικών του μερών μετά από διαδικασία κρυστάλλωσης υγρή κρύσταλλος
  2. διαφανές σκληρό υλικό που μοιάζει με κρύσταλλο
  3. formal, λόγιο το κρύσταλλο

Κρύσταλλος²

Where it comes from

Κρύσταλλος < αρχαία ελληνική Κρύσταλλος

proper noun Κρύσταλλος · Κρυστάλλου · Krystallos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κρύσταλλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κρύσταλλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"κρύσταλλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κρύσταλλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%81%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}