κτίσμα

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

κτίσμα

  • ˈkti.zma

D'où il vient

κτίσμα < (ελληνιστική κοινή)

nom κτίσμα · κτίσματα · κτίσματος · κτισμάτων

  1. οποιοδήποτε κτήριο ※ Πρόκειται για ένα λίθινο κτίσμα, διαμέτρου τουλάχιστον 7 μέτρων, εξαιρετικά προσεγμένο κατασκευαστικά, με διπλή σειρά δόμων, που σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση, ενώ υπάρχουν ενδείξεις για κατασκευές στο εσωτερικό του-ενδεχόμενα ορθογώνιων πεσσών. (Μαρία Ριτζαλέου, Κύπρος: Μυστήριο με κυκλικό κτίσμ
  2. το δημιούργημα του Θεού ※ Καθὼς λοιπὸν ὅσα προσφέρονται θυσία εἰς τοὺς δαίμονας εἶναι πονηρὰ, καὶ πλήρη κακίας, ὄχι ὅτι τὰ κτίσματα τοῦ Θεοῦ εἶναι πονηρὰ, ἐπειδὴ μήτε οἱ δαίμονες, ὡς κτίσματα δὲν εἶναι πονηροὶ, καθότι ὅλα τὰ παρὰ τοῦ Θεοῦ εἶναι καλὰ, ἀλλὰ διότι ἔγιναν πονηρὰ ἐκ προαιρέσεως, καὶ ἀποστάται Θεοῦ αὐτοθελήτως,

En anglais

  • building closed structure with walls and a roof
  • erection something erected or built

Parler de ce mot

Citer
MLA

"κτίσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κτίσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κτίσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κτίσμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}