κυάνωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κυάνωση
Where it comes from
κυάνωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική cyanose< κυανoῦς
noun κυάνωση · κυανώσεις · κυάνωσης · κυανώσεων
- το φαινόμενο κατά το οποίο παρουσιάζεται σκούρο γαλαζωπό η μωβ χρώμα του δέρματος και του βλεννογόνου. Ο εν λόγω χρωματισμός οφείλεται στην μη επαρκή οξυγόνωση του αίματος στους πνεύμονες και τη μείωση της αιματικής ροής μέσω των τριχοειδών αγγείων. Το μελάνιασμα οφείλεται σε υψηλή συγκέντρωση αιμοσφαιρίνης στο φλεβικό αίμα και σε κορεσμό του αρτηριακού αίματος σε οξυγόνο.
In English
- cyanosis discolouration of the skin
Talk about this word "κυάνωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κυάνωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7 "κυάνωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κυάνωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%AC%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}