κυβερνήσιμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κυβερνήσιμος
Where it comes from
κυβερνήσιμος < κυβερνώ (κυβέρνησα) + -ιμος
adjective κυβερνήσιμος · κυβερνήσιμη · κυβερνήσιμο · κυβερνήσιμου · κυβερνήσιμης
- που μπορεί ή που είναι ικανός να κυβερνηθεί Παρεμπιπτόντως, πολύ μας παραξένεψε αυτός ο όρος που «εισπήδησε», μετά το καλοκαίρι, στον δημόσιο διάλογο, εντός και εκτός αριστεράς. «Κυβερνήσιμος», στα ελληνικά, δεν είναι αυτός που μπορεί να κυβερνήσει, αλλά αυτός που μπορεί να κυβερνηθεί. 'Ισως, αυτή η λέξη προήλθε από κάποιον εξοικειωμένο με τα
In English
- governable capable of being governed
Talk about this word "κυβερνήσιμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κυβερνήσιμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82 "κυβερνήσιμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κυβερνήσιμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%B2%CE%B5%CF%81%CE%BD%CE%AE%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}