κυλάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κυλάω

  • ciˈla.o

Where it comes from

κυλάω < κυλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κυλῶ < αρχαία ελληνική κυλίω με βάση το συνοπτικό θέμα κυλισ- με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-

verb κυλάω · κυλώ · κύλησα · κυλιέμαι · κυλίστηκα · κυλισμένος

  1. intransitive, αμετάβατο κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός

    Similar: τσουλώ, ρολάρω

  2. intransitive, αμετάβατο, για υγρά κινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
  3. figuratively, intransitive, αμετάβατο, μεταφορικά, για το χρόνο περνώ τα χρόνια κυλούν
  4. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι να κυλήσει

Talk about this word

Cite this
MLA

"κυλάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κυλάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89

Chicago

"κυλάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυλάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}