κυλάω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κυλάω
- ciˈla.o
Where it comes from
κυλάω < κυλ(ώ) + -άω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κυλῶ < αρχαία ελληνική κυλίω με βάση το συνοπτικό θέμα κυλισ- με απώτατη αρχή την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kʷel-
verb κυλάω · κυλώ · κύλησα · κυλιέμαι · κυλίστηκα · κυλισμένος
- κινούμαι ομαλά πάνω σε μια διαδρομή εκτελώντας περιστροφική κίνηση καθώς οι τροχοί του αυτοκινήτου αρχίζουν να περιστρέφονται, η τριβή με την επιφάνεια του δρόμου κάνει το αυτοκίνητο να κυλήσει προς τα εμπρός
- κινούμαι ομαλά από ένα υψηλότερο σημείο προς ένα χαμηλότερο, ρέω τα δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια του
- περνώ τα χρόνια κυλούν
- κάνω κάτι να κυλήσει
Talk about this word "κυλάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. κυλάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89 "κυλάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κυλάω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%AC%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}