믹윈

κυλινδρικός

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

κυλινδρικός

  • ci.lin.ðɾiˈkos

어원

κυλινδρικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κῠλινδρικός < αρχαία ελληνική κύλινδρ(ος) + -ικός < κυλίνδω

형용사 κυλινδρικός · κυλινδρική · κυλινδρικό · κυλινδρικού · κυλινδρικής

  1. που έχει σχέση με κύλινδρο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που αναπτύσσεται ως κύλινδρος ή έχει το σχήμα του

영어로

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"κυλινδρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κυλινδρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"κυλινδρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυλινδρικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}