κυνηγός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κυνηγός¹

Where it comes from

κυνηγός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κυνηγός (που οδηγεί κυνηγετικά σκυλιά) < κύων (σκύλος) γενική κυνός + -ηγός (< ἄγω)

noun κυνηγός · κυνηγοί · κυνηγού · κυνηγών · κυνηγό · κυνηγούς

  1. επάγγελμα αυτός που ασχολείται με το κυνήγι, ο θηρευτής (η λέξη οφείλει το σχηματισμό της στο ότι το κυνήγι συνήθως γίνεται με σκύλους) ※ Mία ή δύο σκανδάλες στα δίκαννα όπλα; Πρόκειται για ένα συχνό δίλημμα όταν πρόκειται κανείς να διαλέξει πλαγιόκαννο ή σουπερποζέ, καθώς η κάθε επιλογή έχει και τους υποστηριχτές της στις τάξεις των κυνηγών. Είναι γεγονός ότι ο δισκάνδαλος μηχανισμός έχει συνυφανθεί με το πλαγιόκαννο, ενώ ο μονοσκά
  2. ο επιθετικός παίκτης σε ομαδικό άθλημα όπως στο ποδόσφαιρο

Κυνηγός²

  • ci.niˈɣos

Where it comes from

Κυνηγός < κυνηγός

proper noun Κυνηγός · Κυνηγοί · Κυνηγού · Κυνηγών · Κυνηγό · Κυνηγούς

  1. ανδρικό επώνυμο (θηλυκό Κυνηγού)
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κυνηγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κυνηγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"κυνηγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυνηγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}