κυοφορώ
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
κυοφορώ
- ci.o.foˈɾo
어원
κυοφορώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυοφορῶ, συνηρημένος τύπος του κυοφορέω (→ δείτε κύος < κύω + -φορώ (φέρω) → δείτε τις λέξεις κυοφορέω και grc
동사 κυοφορώ · κυοφόρησα · κυοφορούμαι · κυοφορούμενος · κυοφορήθηκα · κυοφορημένος
- φέρω στη μήτρα μου έμβρυο, είμαι έγκυος (για γυναίκες και θηλυκά ζώα) Η γυναίκα κυοφορεί κατά την αναπαραγωγική ηλικία.
- θα δημιουργήσω κάτι σημαντικό, θετικό ή αρνητικό, όπου νά' ναι θα γεννηθεί κάτι καινούργιο Κυοφορείται νέο κόμμα.
비슷한 말: εγκυμονώ
유의어·반의어
동사
비슷한 말: εγκυμονώ
영어로
- gestate to carry offspring in the uterus
이 단어에 대해 이야기하기 "κυοφορώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. κυοφορώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E "κυοφορώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {κυοφορώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}