κυριολεκτικό

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κυριολεκτικό

adjective κυριολεκτικό

  1. accusative, singular αιτιατική ενικού του κυριολεκτικός
  2. accusative, neuter, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κυριολεκτικός

noun κυριολεκτικό

  1. προγραμματισμός η σειρά χαρακτήρων όπως γράφεται στον πηγαίο κώδικα για να αποδώσει τιμή σε μεταβλητή ή σε πραγματική παράμετρο μιας συνάρτησης. Μπορεί να παριστάνει αριθμό, συμβολοσειρά ή οτιδήποτε άλλο, αλλά στον πηγαίο κώδικα, ο οποίος είναι κείμενο, δεν είναι παρά μία σειρά χαρακτήρων. Δεν πρέπει να συγχέεται με την σταθερά. Σε μιά εντολή ανάθεσης, όπως: aNum = 356, το 356 είναι κυριολεκτικό (τρεις χαρακτήρες στο κείμενο) που δίνει τιμή στην αριθμητική μεταβλητή aNum.

In English

  • literal programming: value written in the source code

Talk about this word

Cite this
MLA

"κυριολεκτικό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κυριολεκτικό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C

Chicago

"κυριολεκτικό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυριολεκτικό},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C},
  urldate = {2026-11-07}
}