κυρτός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κυρτός

  • ciɾˈtos

Where it comes from

κυρτός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κυρτός

adjective κυρτός · κυρτή · κυρτό · κυρτού · κυρτής

  1. που έχει σκύψει· σκυμμένος· σκυφτός ※ Ὁ Πανάγος ὁ μαραγκός ἠγέρθη ὑψηλός, μεγαλόσωμος, ὀλίγον κυρτός, τινάξας τά σκέλη του. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο, 1892)
  2. που η επιφάνειά του είναι καμπύλη και το κεντρικό του σημείο μπορεί να έρθει σε επαφή με επίπεδη επιφάνεια ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
  3. γεωμετρία σχήμα του οποίου οποιαδήποτε δύο σημεία του μπορούν να ενωθούν με ευθύγραμμο τμήμα το οποίο να περιλαμβάνεται μέσα στο σχήμα όλα τα τρίγωνα είναι κυρτά

Opposite: κοίλος

Thesaurus

adjective

Opposite: κοίλος

In English

  • convex curved or bowed outward like the outside of a bowl, circle, or sphere

Talk about this word

Cite this
MLA

"κυρτός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κυρτός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"κυρτός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυρτός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%81%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}