κυτοκίνη

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

κυτοκίνη

  • ci.toˈci.ni

Откуда оно

κυτοκίνη < αγγλική cytokine < cyto- + αρχαία ελληνική κίνησις• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

существительное κυτοκίνη · κυτοκίνες · κυτοκίνης · κυτοκινών

  1. βιοχημεία οποιαδήποτε από τις διάφορες μικρές ρυθμιστικές πρωτεΐνες που ρυθμίζουν τα κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος ※ Οι ερευνητές συνέλεξαν από εθελοντές κύτταρα του δέρματος που ονομάζονται ινοβλάστες και τα μόλυναν με έναν ιό ο οποίος εισήγαγε εντός τους το γονίδιο OCT, ένα από τα γονίδια που χρησιμοποιούνται για τη δημιουργία των λεγόμενων «τεχνητών» βλαστοκυττάρων. Μετά την εισαγωγή του γονιδίου τα κύτταρα κ

По-английски

  • cytokine any of various small regulatory proteins

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"κυτοκίνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κυτοκίνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7

Chicago

"κυτοκίνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κυτοκίνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}