κυψελίδα
Ελληνικά
AI 通俗地说
正在写简短说明……
由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。
κυψελίδα
- ci.pseˈli.ða
它从哪里来
κυψελίδα < ελληνιστική κοινή κυψελίς (1η σημασία) αρχαία ελληνική κυψελίς (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cellule)
名词 κυψελίδα · κυψελίδες · κυψελίδας · κυψελίδων
- το «κερί» που εκκρίνεται από αδένες του αφτιού
- μικροσκοπικός πνευμονικός αερόσακος μικροσκοπικός ασκός που εισάγει οξυγόνο στο αίμα (σε τριχοειδή αγγεία) ενώ αφαιρεί (από το αίμα) το διοξείδιο του άνθρακα
英语
讨论这个词 "κυψελίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%88%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κυψελίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%88%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1 "κυψελίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%88%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.引用
@misc{micwyn_2026,
title = {κυψελίδα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%85%CF%88%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}