κωνοφόρο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κωνοφόρο

Where it comes from

κωνοφόρο < ουδέτερο του κωνοφόρος < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική κῶνος + -φόρος (<φέρω)

noun κωνοφόρο · κωνοφόρα · κωνοφόρου · κωνοφόρων

  1. βοτανική οικογένεια φυτών που ως αναπαραγωγικά όργανα έχουν κώνους ※ στους λόφους του Βοσπόρου δεν υπάρχουν ελιές, ενώ τα κωνοφόρα είναι λιγοστά. Τους σκεπάζει ένα πυκνό χαλί από δέντρα όλων των ειδών. Βελανιδιές, καστανιές, συκιές, οξιές, λεύκες, μανόλιες, φτελιές, και φλαμουριές σκεπάζουν τους λόφους και τις κοιλάδες φτάνοντας μέχρι το νερό (Αλέξανδρος Μασσαβέτας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κωνοφόρο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κωνοφόρο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF

Chicago

"κωνοφόρο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κωνοφόρο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CE%BD%CE%BF%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}