κωπηλάτης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κωπηλάτης

  • ko.piˈla.tis

Where it comes from

κωπηλάτης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κωπηλάτης < κώπη + ἐλαύνω

noun κωπηλάτης · κωπηλάτες · κωπηλάτη · κωπηλατών

  1. αυτός που κωπηλατεί ※ Οι Άραβες έκαναν μεγάλες προσπάθειες να εφοδιάσουν τον στρατό τους από τη θάλασσα. Μάλιστα, την άνοιξη του 718, έφτασε από την Αίγυπτο ένας μεγάλος στόλος με περισσότερα από τριακόσια πλοία φορτωμένα με όπλα και τρόφιμα και μπήκε στη Θάλασσα του Μαρμαρά. Ο ναύαρχος προχωρούσε με προσοχή, καθώς δεν
  2. αθλητισμός ο αθλητής της κωπηλασίας

Similar: ερέτης, λαμνοκόπος

Thesaurus

In English

  • rower person who rows a boat

Talk about this word

Cite this
MLA

"κωπηλάτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κωπηλάτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"κωπηλάτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κωπηλάτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%89%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%AC%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}