κόκκος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόκκος¹

  • ˈko.kos

Where it comes from

κόκκος : βοτανολογία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόκκος

: ζωολογία < (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική cochineal insect

: οι υπόλοιποι ορισμοί < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική grain

noun κόκκος · κόκκοι · κόκκου · κόκκων · κόκκο · κόκκους

  1. ευδιάκριτο στερεό κομμάτι μιγμάτων Η άμμος αποτελείται από κόκκους πετρωμάτων.
  2. χημεία μονοκρυσταλλικό τμήμα ενός υλικού Ο κάθε κόκκος διαθλά το φως με διαφορετικό τρόπο αλλά με συγκεκριμένη πόλωση, έτσι σε ένα τυπικό υλικό το φως μπορεί και διαθλάται με διάφορες πολώσεις.
  3. ζωολογία έντομο του είδους Coccus pseudomagnoliarum Φέτος ο κόκκος κατέστρεψε τις πορτοκαλιές της Χίου.
  4. ζωολογία έντομο του γένους coccus Ο κόκκος των εσπεριδοειδών μου προσέβαλλε τις πορτοκαλιές μου και εκκρίνει μια γλοιώδη ουσία σκέτη αηδία...
  5. μικροβιολογία βακτήριο με σφαιρικό σχήμα Ο σταφυλόκοκκος είναι ένας κόκκος που τείνει να ενώνεται με άλλους σταφυλόκοκκους δημιουργώντας σχηματισμούς που μοιάζουν με σταφύλια.
  6. βοτανική μικροσκοπικός καρπός, όπως π.χ. των δημητριακών
  7. figuratively, μεταφορικά ελάχιστη ποσότητα Το βιβλίο υποστηρίζει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από ένα κόκκο αλήθειας σε αυτές τις νοσταλγικές παραδόσεις, επισημαίνει το γεγονός ότι μεταξύ των κοινοτήτων, ένας τρόπος της καθημερινής ζωής με βάση την προστασία της πολιτιστικής διαφοράς, ήταν ένα φυσιολογικό και σταθεροποιητικό χαρακτηριστικό τ

Κόκκος²

  • ˈko.kos

Where it comes from

Κόκκος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κόκκος · Κόκκοι · Κόκκου · Κόκκων · Κόκκο · Κόκκους

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • grain single particle of a substance

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόκκος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόκκος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%BF%CF%82

Chicago

"κόκκος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόκκος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BA%CE%BA%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}