κόλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόλα¹
- ˈko.la
Sounds like κολλά
Where it comes from
κόλα < πιθανόν, παραφθορά της ελληνιστικής λέξης πρωτόκολλον (πρώτη σελίδα περιεχομένων που κολλούσαν στην αρχή του βιβλίου) ή από την μεταγενέστερη χρήση της λέξης πρωτόκολλο
noun κόλα · κόλες · κόλας
- φύλλο χαρτιού γράψ' το σε παρακαλώ σε μια κόλα αναφοράς
noun κόλα · κόλες · κόλας
- μέρος του ονόματος γνωστού αναψυκτικού, αλλά και άλλων ανταγωνιστικών παρόμοιων προϊόντων
- δένδρο της Δυτικής Αφρικής
- καρπός του ομώνυμου δένδρου της Δυτικής Αφρικής (εκχύλισμα του οποίου περιέχεται στο γνωστό αναψυκτικό)
noun κόλα · κόλες · κόλας
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κόλο, συνήθως χρησιμοποιείται στον πληθυντικό και σημαίνει πακέτα ※ Πλήρη αποτύπωση των φορτώσεων με όλα τα ποιοτικά τους χαρακτηριστικά όπως κόλα, όγκος, βάρος, τιμολογητέος όγκος, τιμολογητέο βάρος, τύπος εμπορευμάτων, εμπορεύματα κ.α. (https://www.xit.gr/programma/diethneis-metafores)
Κόλα²
Where it comes from
Κόλα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κόλα · Kola
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
Talk about this word "κόλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κόλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1 "κόλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}