κόμη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόμη¹
- ˈko.mi
Where it comes from
κόμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόμη
noun κόμη · κόμες · κόμης · κομών
- το σύνολο της τριχοφυΐας στο άνω ραχιαίο, άνω πλευρικό και οπίσθιο μέρος του ανθρώπινου κεφαλιού ※ Διονύσιος Σολωμός, Ἡ καταστροφὴ τῶν Ψαρῶν Στῶν Ψαρῶν τὴν ὁλόμαυρη ράχη περπατώντας ἡ Δόξα μονάχη, μελετᾶ τὰ λαμπρὰ παλληκάρια, καὶ στὴν κόμη στεφάνη φορεῖ, καμωμένο ἀπὸ λίγα χορτάρια, ποὺ εἶχαν μείνει στὴν ἔρημη γῆ.
- το φύλλωμα ενός δέντρου
noun κόμη · κόμες · κόμης · κομών
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του κόμης
Κόμη²
Where it comes from
Κόμη < γενική ενικού του αρσενικού Κόμης
proper noun Κόμη · Κόμης · Komi
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
In English
- coma Cloud surrounding a comet nucleus
Talk about this word "κόμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. κόμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7 "κόμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόμη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}