ميكوين

κόμμα

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

κόμμα¹

  • ˈko.ma

من أين أتت

κόμμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόμμα (κομμένο κομμάτι) < αρχαία ελληνική κόμμα (σφραγίδα σε νόμισμα) < κόπτω, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική parti

:* για το σημείο στίξης < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή κόμμα (μέλος πρότασης), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική virgule < λατινική virgula (κλαδάκι) (υστερολατινικά: τονικό σημάδι)

اسم κόμμα · κόμματα · κόμματος · κομμάτων

  1. πολιτική συγκροτημένος πολιτικός οργανισμός που, προβάλλοντας την ιδεολογία και τις θέσεις του, διεκδικεί συμμετοχή στους πολιτικούς θεσμούς ενός κράτους, ή ενός διακρατικού συστήματος (όπως λ.χ. η Ευρωπαϊκή Ένωση), όπου λειτουργούν ιδεολογικά συγγενή εθνικά κόμματα ※ αποχώρησε από το κόμμα, καταγγέλοντας, με σχετική δήλωσή του, τον εκ Κρήτης πολιτικό για τη δημιουργία τεχνητής κρίσης ηγεσίας, προκειμένου να αποσιωπήσει τα μεγάλα προβλήματα της παράταξης και να μετατρέψει ένα κόμμα αρχών σε προσωποπαγές κόμμα. (Ιωάννης Βαρβιτσιώτης, Όπως τα έζησα (1981-1993), ε
  2. σημείο στίξης το οποίο χωρίζει προτάσεις, όρους προτάσεων, φράσεις κτλ. σύμβολο: ,

    مشابه: υποστιγμή

  3. μαθηματικά η υποδιαστολή

Κόμμα²

  • ˈko.ma

من أين أتت

Κόμμα < γενική ενικού του αρσενικού Κόμμας

اسم علم Κόμμα · Комма · Komma

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κόμμας

اسم Κόμμα · Κόμματος

  1. πολιτική το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας (ΚΚΕ), ιδιαίτερα σε κείμενα προσκείμενων σε αυτό η αναφορά στο «Κόμμα» (με κεφαλαίο Κ), αφορά το ΚΚΕ

اسم علم Κόμμα

  1. χωριό της Φθιώτιδας

بالإنجليزية

  • point arithmetic: decimal point (note: many languages use a comma (',') rather than a
  • comma punctuation mark ','
  • political party political organization

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"κόμμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόμμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κόμμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόμμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BC%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}