κόντρα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόντρα¹

Where it comes from

κόντρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική contra < λατινική contra < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k(')enta (κάτω, μακριά, αντίθετα) < *ḱen- (κινώ, εγείρω)

adverb κόντρα

  1. αντίθετα, με αντίθετη φορά

noun κόντρα

  1. μη σωματική σύγκρουση, αντιπαράθεση η οποία έχει έντονο χαρακτήρα Ξέρω ότι εσείς οι δυο δεν τα πάτε καλά, αλλά φροντίστε να κρατήσετε τις κόντρες σας απέξω. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)
  2. ο ανεπίσημος ή αυτοσχέδιος αγώνας ταχύτητας Συνεχίζονται οι κόντρες σε κεντρικούς δρόμους της πόλης της Θεσσαλονίκης με «φτιαγμένα» αυτοκίνητα. [Επικίνδυνες κόντρες με «φτιαγμένα» αυτοκίνητα στην Θεσσαλονίκη (THESSNEWS, 11.1.2018)
  3. το είδος ξυρίσματος που γίνεται με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή που μεγαλώνουν οι τρίχες
  4. ο μηχανισμός φρεναρίσματος του ποδηλάτου που χρησιμοποιεί την ανάποδη στροφή το πεταλιού

Κόντρα²

Where it comes from

Κόντρα < γενική ενικού του αρσενικού Κόντρας

proper noun Κόντρα · Κόντρας · Kontra

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόντρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόντρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1

Chicago

"κόντρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόντρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}