κόντρα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόντρα¹
Where it comes from
κόντρα < (άμεσο δάνειο) ιταλική contra < λατινική contra < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *k(')enta (κάτω, μακριά, αντίθετα) < *ḱen- (κινώ, εγείρω)
adverb κόντρα
- αντίθετα, με αντίθετη φορά
noun κόντρα
- μη σωματική σύγκρουση, αντιπαράθεση η οποία έχει έντονο χαρακτήρα Ξέρω ότι εσείς οι δυο δεν τα πάτε καλά, αλλά φροντίστε να κρατήσετε τις κόντρες σας απέξω. (Πέτρος Μάρκαρης, Βασικός μέτοχος)
- ο ανεπίσημος ή αυτοσχέδιος αγώνας ταχύτητας Συνεχίζονται οι κόντρες σε κεντρικούς δρόμους της πόλης της Θεσσαλονίκης με «φτιαγμένα» αυτοκίνητα. [Επικίνδυνες κόντρες με «φτιαγμένα» αυτοκίνητα στην Θεσσαλονίκη (THESSNEWS, 11.1.2018)
- το είδος ξυρίσματος που γίνεται με κατεύθυνση αντίθετη από αυτή που μεγαλώνουν οι τρίχες
- ο μηχανισμός φρεναρίσματος του ποδηλάτου που χρησιμοποιεί την ανάποδη στροφή το πεταλιού
Κόντρα²
Where it comes from
Κόντρα < γενική ενικού του αρσενικού Κόντρας
proper noun Κόντρα · Κόντρας · Kontra
- γυναικείο επώνυμο
In English
- against in a contrary direction to
Talk about this word "κόντρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. κόντρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1 "κόντρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόντρα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}