κόπρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόπρος¹

  • ˈko.pɾos

Where it comes from

κόπρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κόπρος. Δείτε και την αρχαία κοπρία και το κόπρανο.

noun κόπρος

  1. collective, περιληπτικό τα κόπρανα, η βρομιά ※ Ὀσάκις ὁ μελισσοκόμος ἐπισκέπτεται τάς μέλισσάς του εἶναι πάντοτε ὁπλισμένος μέ ξηράν κόπρον, συνήθως βοόος, τήν ὁποίαν ἀνάπτει κατά τήν ὥραν τῆς ἐργασίας του, οὔτε ὥστε μέ τόν καπνόν τόν ὁποῖον ἀποδίδει ἡ κόπρος νά ζαλίζωνται αἱ μέλισσαι (Γεώργιος Εμμανουήλ Πάγκαλος, Περί του γλωσσικού ιδιώματος
  2. figuratively, μεταφορικά βρόμικη ενέργεια ή υπόθεση

noun κόπρος

  1. αδέσποτο σκυλί, κοπριτόσκυλο, κοπρίτης
  2. figuratively, offensive, μεταφορικά, μειωτικό τεμπέλης

Κόπρος²

  • ˈko.pɾos

Where it comes from

Κόπρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική Κόπρος

proper noun Κόπρος · Κόπρου · Κόπρο · Κόπρε

  1. ιστορία δήμος της αρχαίας Αθήνας

In English

  • dung manure
  • ordure dung, excrement — see also dung, excrement

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόπρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόπρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"κόπρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόπρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}