κόπωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόπωση
Where it comes from
κόπωση < ελληνιστική κοινή κόπωσις
noun κόπωση · κοπώσεις · κόπωσης · κοπώσεων
- η κούραση ※ Εφόσον προφανώς όλοι οι κρίσιμοι παράγοντες θυμούνται διαρκώς ότι η κοινωνία έχει σωρευτική κόπωση, φοβάται τις αλλαγές που συντελούνται στη διαστρωμάτωσή της και προβάλλει διαρκώς το αίτημα για συμπεριληπτικότητα, για έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση των νέων ανισοτήτων, πολλές από τις οπο
Talk about this word "κόπωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. κόπωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7 "κόπωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόπωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%80%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}