Μίκουιν

κόρακας

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

κόρακας¹

  • ˈko.ɾa.kas

Από πού έρχεται

κόρακας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόρακας < αρχαία ελληνική κόραξ (ηχομιμητικό), από την αιτιατική «τὸν κόρακα»

ουσιαστικό κόρακας · κόρακες · κοράκοι · κόρακα · κοράκων

  1. πτηνό μαύρο σαρκοφάγο πουλί
  2. figuratively, μεταφορικά μαύρος ※ Κοράκου χρώμα τα μαλλιά κι ασπρίσανε (Διονύσης Σαββόπουλος, «Οι δεκαπέντε [Αμνηστεία '64]», 1975)

Κόρακας²

Από πού έρχεται

Κόρακας < αρχαία ελληνική κόραξ

κύριο όνομα Κόρακας · Korakas

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ανδρικό όνομα αρχαίου ρήτορα από τις Συρακούσες

Στα αγγλικά

  • raven any of several, generally large, species of birds in the genus Corvus with lustr

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"κόρακας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόρακας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82

Chicago

"κόρακας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόρακας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}