κόρνο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόρνο
- ˈkoɾ.no
Where it comes from
κόρνο < (άμεσο δάνειο) ιταλική corno < λατινικά cornu < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱerh₂- (κέρας, κέρατο). Βλ. και εβραϊκά קרן (keren), ακκαδικά qarnu.
noun κόρνο · κόρνα · κόρνου · κόρνων
- είδος χάλκινου μουσικού οργάνου· κάθε όργανο της οικογένειας των κόρνων με το χαρακτηριστικό σπειροειδές σχήμα του κέρατος. Αρχικά, χωρίς βαλβίδες (φυσικό κόρνο). Η παραγωγή διαφορετικών τόνων ρυθμίζεται από τα χείλη του εκτελεστή ※ Ο Dauprat διαχωρίζει τους σωλήνες σε χαμηλής και ψηλής περιοχής σύμφωνα με τη χρήση τους στην ορχήστρα και ονομάζει αυτές τις δύο κατηγορίες γένη, το άλτο κόρνο (cor alto) και το μπάσο κόρνο (cor basse), καθώς επισημαίνει ότι ο κορνίστας έπρεπε να διαλέξει το γένος κόρνου που θα χρησιμοποιεί διότι
- εννοείται το γαλλικό κόρνο
- το κέρατο
In English
- horn any of several musical wind instruments
Talk about this word "κόρνο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. κόρνο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%BF "κόρνο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόρνο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CE%BD%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}