κόρφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόρφος

  • ˈkoɾ.fos

Where it comes from

κόρφος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κόρφος < ελληνιστική κοινή *κόλφος (με ανομοίωση [lf > rf]) < αρχαία ελληνική κόλπος (με ανομοίωση διάρκειας [lp > fl])

: Για το *κόλφος δείτε και το golfo καθώς και την τροπή αδελφός > αδερφός

noun κόρφος · κόρφοι · κόρφου · κόρφων · κόρφο · κόρφους

  1. vulgar, λαϊκότροπο η αγκαλιά, ο κόλπος, το μέρος του σώματος ανάμεσα στους βραχίονες και το στήθος αποκοιμήθηκε στον κόρφο της μάνας του
  2. vulgar, λαϊκότροπο το στήθος, οι μαστοί γυναίκας ※ Διονύσιος Σολωμός, Ὕμνος εἰς τὴν Ἐλευθερίαν, στροφή 85
  3. Demotic, δημοτική κόλπος θαλάσσιος

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόρφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόρφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"κόρφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόρφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}