κόσκινο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόσκινο

Where it comes from

κόσκινο < αρχαία ελληνική κόσκινον

noun κόσκινο · κόσκινα · κόσκινου · κόσκινων

  1. στρογγυλό σκεύος με ξύλινο συνήθως πλαίσιο και επίπεδο μεταλλικό διάτρητο πυθμένα, το οποίο συγκρατεί από ένα υλικό σε μορφή κόκκων ή σκόνης τα ξένα σώματα ή τους μεγαλύτερους από το κανονικό κόκκους ※ στον αχυρώνα, βολοκόποι, σβάρνες, δρεπάνια και κόσκινα ορθώνονταν απειλητικά μπροστά μου και πιο κάτω, δεμένα στο παχνί τους που έπιανε όλο το μήκος της αποθήκης, κέρατα και αναμαλλιασμένα μουσούδια και υγρά μάτια λαμπύριζαν στο φως της λάμπας. (Πάτρικ Λη Φέρμορ, Η εποχή της δωρεάς, εκδ. Μεταίχμιο

Similar: κρησάρα, αλόργος, σήτα

Thesaurus

In English

  • sieve device to separate larger objects from smaller ones or from liquids
  • screen material woven from fine wires

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόσκινο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόσκινο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF

Chicago

"κόσκινο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόσκινο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}