κόσμημα

Ελληνικά

AI En termes simples

Rédaction d'une courte explication…

Écrit par une IA maison à partir de l'entrée ci-dessous, dans votre langue. La source, c'est l'entrée elle-même.

κόσμημα

D'où il vient

κόσμημα < αρχαία ελληνική κόσμημα < κοσμέω/κοσμῶ

nom κόσμημα · κοσμήματα · κοσμήματος · κοσμημάτων

  1. εξάρτημα ενδυμασίας που ομορφαίνει την εξωτερική εμφάνιση αλλά συχνά προσδίδει και κύρος στο άτομο που το φέρει ※ Από το 1950 και εντεύθεν η ελληνική αργυροχρυσοχοϊκή τέχνη χάρη στους ταλαντούχους μαστόρους και ανήσυχους επιχειρηματίες κατάφερε να δημιουργήσει μια ιδιαίτερα δυναμική παρουσία τόσο στο χώρο της τέχνης του κοσμήματος όσο και στον επιχειρηματικό. (Το Ελληνικό Κόσμημα : Πέντε Χιλιάδες χρόνια παράδ
  2. general, γενικότερα οτιδήποτε κοσμεί, ομορφαίνει αυτό το γλυπτό στην κεντρική πλατεία είναι ένα κόσμημα για την πόλη μας

En anglais

  • jewel valuable object for ornamentation
  • gem precious or highly valued thing or person

Parler de ce mot

Citer
MLA

"κόσμημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κόσμημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"κόσμημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόσμημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}