κότσος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κότσος¹
- ˈko.t͡sos
Where it comes from
κότσος < πιθανόν από αμάρτυρο τύπο *κοττ- της ελληνιστικής κοινής. Δείτε τα αρχαία προκόττα (τσουλούφι), κοττός (κόκορας). Η τροπή [t] > [ts] πιθανόν από επίδραση της λέξης κοτσίδα
noun κότσος · κότσοι · κότσου · κότσων · κότσο · κότσους
- χτένισμα των μαλλιών που μαζεύονται στο πίσω μέρος του κεφαλιού και συστρέφονται σε διάφορα σχήματα πιάνει κότσο τα μαλλιά της, όποτε δουλεύει, για να μην την ενοχλούν
Κότσος²
Where it comes from
Κότσος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κότσος · Κότσου · Kotsos
- ανδρικό επώνυμο
In English
- bun a tight roll of hair worn at the back of the head
Talk about this word "κότσος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κότσος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82 "κότσος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κότσος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}