κόφτης

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόφτης¹

  • ˈko.ftis

Where it comes from

κόφτης < (κόβω) κοπ- (όπως κόπτω) + -της με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]

noun κόφτης · κόφτες · κόφτη · κοφτών

  1. εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα.
  2. επάγγελμα τεχνίτης που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά
  3. ο παίκτης που έχει ως αποστολή να «κόβει» (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου ※ Οι φιλοξενούμενοι είχαν τον Ανέστη στο τέρμα, τους Αποστολάκη, Λάρσον, Κορνέλιους, Χατζηθεοδωρίδη στην άμυνα από δεξιά προς τα αριστερά, τον Μλάντεν «κόφτη», τους Ντίας, Ντουάρτε εσωτερικούς, τους Μόρσεϊ, Σενγκέλια στα άκρα και τον Καρέλη στην κορυφή της επίθεσης. (Πρώτο Θέμα, 10/9/2022 https://ww

Κόφτης²

Where it comes from

Κόφτης < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Κόφτης · Κόφτηδες · Κόφτη · Κόφτηδων

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82

Chicago

"κόφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόφτης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}