κόφτης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόφτης¹
- ˈko.ftis
Where it comes from
κόφτης < (κόβω) κοπ- (όπως κόπτω) + -της με ανομοίωση άρθρωσης [pt] > [ft]
noun κόφτης · κόφτες · κόφτη · κοφτών
- εργαλείο με δύο λαβές όπως του ψαλιδιού και δύο σιαγόνες που συναντώνται σχηματίζοντας κοφτερές ακμές. Υπάρχει σε διάφορα μεγέθη και χρησιμοποιείται για να κόβει μεταλλικά αντικείμενα, από σύρματα μέχρι λουκέτα.
- τεχνίτης που κόβει δέρματα ή υφάσματα ή άλλα υλικά
- ο παίκτης που έχει ως αποστολή να «κόβει» (να ανακόπτει) επιθετικές ενέργειες του αντιπάλου ※ Οι φιλοξενούμενοι είχαν τον Ανέστη στο τέρμα, τους Αποστολάκη, Λάρσον, Κορνέλιους, Χατζηθεοδωρίδη στην άμυνα από δεξιά προς τα αριστερά, τον Μλάντεν «κόφτη», τους Ντίας, Ντουάρτε εσωτερικούς, τους Μόρσεϊ, Σενγκέλια στα άκρα και τον Καρέλη στην κορυφή της επίθεσης. (Πρώτο Θέμα, 10/9/2022 https://ww
Κόφτης²
Where it comes from
Κόφτης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κόφτης · Κόφτηδες · Κόφτη · Κόφτηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- wire cutters hand tool
Talk about this word "κόφτης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κόφτης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82 "κόφτης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόφτης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%86%CF%84%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}