κόψιμο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κόψιμο
Where it comes from
κόψιμο < μεσαιωνική ελληνική κόψιμο < κόβω
noun κόψιμο · κοψίματα · κοψίματος · κοψιμάτων
- η ενέργεια με την οποία κόβω κάτι, το διαιρώ ή αποκόπτω ένα τμήμα του, η κοπή
- η λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας
- η διακοπή μιας συνήθειας
- η μορφή, το σχέδιο ενός ρούχου
- η μετακίνηση ενός τμήματος της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της που γίνεται μετά το ανακάτεμα και πριν το μοίρασμα
- η αμυντική ενέργεια που απομακρύνει τη μπάλα από το στόχο της
- η αποτυχία σε γραπτές εξετάσεις
- η αλλοίωση της όψης και της γεύσης μιας κρέμας που συμβαίνει όταν κατά την παρασκευή της βράσει το αυγό που περιέχεται στα υλικά της
- επείγουσα ανάγκη για κένωση του εντέρου που συνοδεύεται από οξύ πόνο διάρροια
In English
Talk about this word "κόψιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026. κόψιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF "κόψιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κόψιμο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
urldate = {2026-11-06}
}