κόψιμο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κόψιμο

Where it comes from

κόψιμο < μεσαιωνική ελληνική κόψιμο < κόβω

noun κόψιμο · κοψίματα · κοψίματος · κοψιμάτων

  1. η ενέργεια με την οποία κόβω κάτι, το διαιρώ ή αποκόπτω ένα τμήμα του, η κοπή
  2. η λύση της συνέχειας μιας επιφάνειας
  3. η διακοπή μιας συνήθειας
  4. η μορφή, το σχέδιο ενός ρούχου
  5. παιγνιόχαρτα η μετακίνηση ενός τμήματος της τράπουλας από το πάνω στο κάτω μέρος της που γίνεται μετά το ανακάτεμα και πριν το μοίρασμα
  6. αθλητισμός η αμυντική ενέργεια που απομακρύνει τη μπάλα από το στόχο της
  7. εξετάσεις, διαγωνισμοί η αποτυχία σε γραπτές εξετάσεις
  8. μαγειρική η αλλοίωση της όψης και της γεύσης μιας κρέμας που συμβαίνει όταν κατά την παρασκευή της βράσει το αυγό που περιέχεται στα υλικά της
  9. επείγουσα ανάγκη για κένωση του εντέρου που συνοδεύεται από οξύ πόνο διάρροια

In English

  • cut act of cutting
  • cutting action of the verb to cut

Talk about this word

Cite this
MLA

"κόψιμο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κόψιμο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF

Chicago

"κόψιμο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κόψιμο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8C%CF%88%CE%B9%CE%BC%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}