κύκνος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Κύκνος¹
Where it comes from
Κύκνος < κύκνος
proper noun Κύκνος
- γιος του θεού Άρη και της Πελοπείας ή της Πυρήνης
- γιος του θεού Ποσειδώνα και της Καλύκης
- γιος του Σθενέλου και βασιλιάς των Λιγούρων, ο οποίος ήταν φίλος ή εραστής του Φαέθωνα.
- ανήκει στους 48 αστερισμούς που σημειώθηκαν πρώτη φορά στην αρχαιότητα από τον Πτολεμαίο και στους 88 επίσημους αστερισμούς που το 1922 θέσπισε η Διεθνής Αστρονομική Ένωση συντομογραφία:σσ Cyg
κύκνος²
- ˈci.knos
Where it comes from
κύκνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύκνος
noun κύκνος · κύκνοι · κύκνου · κύκνων · κύκνο · κύκνους
- μεγάλο νηκτικό πτηνό (όπως το είδος Cygnus olor), συνήθως λευκό, με μεγάλο και ευέλικτο λαιμό που διακρίνεται για την ομορφιά του «Η Λίμνη των κύκνων» είναι μουσικό έργο για μπαλέτο του Tσαϊκόφσκι.
- για τον αστερισμό
In English
Talk about this word "κύκνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. κύκνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82 "κύκνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κύκνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BA%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}