κύλινδρος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κύλινδρος¹
- ˈci.lin.ðɾos
Where it comes from
κύλινδρος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύλινδρος < κυλίνδω + -ρος
: (μηχανολογικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική cylindre
: (ιατρικός όρος) < σύντμηση νεολατινική cylindruria
noun κύλινδρος · κύλινδροι · κυλίνδρου · κύλινδρου · κυλίνδρων · κύλινδρο
- στερεό γεωμετρικό σώμα που αποτελείται από μια κυρτή επιφάνεια σε σχήμα σωλήνα και δύο ίσα και παράλληλα μεταξύ τους κυκλικά ή ελλειψοειδή επίπεδα που τέμνουν την κυρτή επιφάνεια ※ Ἔλασμα λεπτόν ἐκ ξύλου ὀξείας συνήθως, πλάτους ἕως 0,10 τοῦ μέτρου κάμπτεται εἰς κύλινδρον μέ περίμετρον ἕως 0,40 μ. Αὐτό εἶναι ὁ κόθρος. Εἰς τό ἕν ἄνοιγμα τοῦ κόθρου τούτου τανύεται δέρμα λεῖον διάτρητον μὲ ὀπάς, δι ̓ ὧν μόνον ἄλευρον δύναται νὰ διαπεράσῃ καὶ μικροὶ κόκκοι σίτου (Δημήτρης Λουκόπο
- οποιοδήποτε τμήμα μηχανής με σχήμα κυλίνδρου, μέσα στο οποίο ένα έμβολο εκτελεί παλινδρομική κίνηση.
- χειρόγραφο από πάπυρο τυλιγμένο γύρω από ένα κυλινδρικό ξύλο
- μικρό σωματίδιο που βρίσκεται στα ούρα
Κύλινδρος²
Where it comes from
Κύλινδρος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Κύλινδρος · Κυλίνδρου · Kylindros
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "κύλινδρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. κύλινδρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82 "κύλινδρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κύλινδρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}