κύπρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

Κύπρος¹

  • ˈci.pɾos

Where it comes from

Κύπρος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική Κύπρος

proper noun Κύπρος · Κύπρου · Κύπρο · Κύπρε

  1. το μεγάλο νησί της Μεσογείου στην ανατολική της πλευρά
  2. η χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Κυπριακή Δημοκρατία, το κυπριακό κράτος

κύπρος²

Where it comes from

* κύπρος : (το κουδούνι) < κύπριον

* κύπρος : (το φυτό) < συγγενές προς την λέξη Κύπρος αλλά και προς τις λέξεις κύπειρος και κύπερος

noun κύπρος

  1. το κυπρί Το βράδυ, όταν γύριζαν από τη βοσκή όλου του χωριού τα γίδια, βγαίναμε και τα τρία τ’ αδέρφια, εγώ, η Λένη κι ο Κωστούλας, και την καρτερούσαμε με ψωμί στο χέρι. Κι αυτή τραβούσε μπροστά απ’ όλο το κοπάδι, πιο μπρος κι απ’ τα γκεσέμια, που σέρνανε τους κύπρους τους οκάρικους. Και, σα μας έβλεπε, άρχ
  2. η χένα, το φυτό Lawsonia inermis και η χρωστική, το έλαιο καθώς και το άρωμα που έβγαινε από αυτό (εικάζεται ότι ονομάστηκε έτσι επειδή ίσως εισαγόταν από την Κύπρο ή υπάρχει και η θεωρία ότι αντιστρόφως η ονομασία της Κύπρου προήλθε από τη λέξη κύπρος)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"κύπρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κύπρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"κύπρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κύπρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}