κύστη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

κύστη

Where it comes from

κύστη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύστις < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι)

: με την ιατρική σημασία: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική kyste

noun κύστη · κύστεις · κύστης · κύστεων

  1. ανατομία υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
  2. θύλακας ελαστικός, φούσκα
  3. ιατρική νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
  4. ζωολογία η νηκτική κύστη
  5. ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους

In English

  • cyst sac which develops in the natural cavities of an organ

Talk about this word

Cite this
MLA

"κύστη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

κύστη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7

Chicago

"κύστη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κύστη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}