κύστη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
κύστη
Where it comes from
κύστη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κύστις < κύω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱeuh₁- (φουσκώνω, πρήζομαι)
: με την ιατρική σημασία: (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική kyste
noun κύστη · κύστεις · κύστης · κύστεων
- υμενώδης θύλακος του σώματος, όπου συλλέγεται οργανικό υγρό, π.χ. ουροδόχος κύστη
- θύλακας ελαστικός, φούσκα
- νεόπλασμα, όγκος με μορφή κύστεως
- η νηκτική κύστη
- ειδική σακούλα που γεμίζει με κάτι (π.χ. κρύο νερό, πάγο κ.λπ.) και χρησιμοποιείται για ιατρικούς ή άλλους λόγους
In English
- cyst sac which develops in the natural cavities of an organ
Talk about this word "κύστη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. κύστη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7 "κύστη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {κύστη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8D%CF%83%CF%84%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}