米克温

κώλος

Ελληνικά · 同义词与反义词

AI 通俗地说

正在写简短说明……

由驻站 AI 根据下面的词条用你的语言写成。来源是词条本身。

κώλος

  • ˈko.los

它从哪里来

κώλος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κῶλος < ελληνιστική κοινή κῶλος (πρωκτός) < αρχαία ελληνική κῶλον (μέρος, τμήμα σώματος). Εναλλαγή κωλ-, κολ- (κόλον (τμήμα του παχέος εντέρου) πιθανόν με την επίδραση της λατινικής cūlus (πρωκτός)

名词 κώλος · κώλοι · κώλου · κώλων · κώλο · κώλους

  1. ανθρώπινο σώμα ο πισινός, τα οπίσθια ανθρώπου Του έδωσα μια ξυλιά στον κώλο.
  2. figuratively, συνεκδοχικά το μέρος του ρούχου που αντιστοιχεί στα οπίσθια Σκίστηκε ο κώλος του παντελονιού.
  3. singular, στον ενικό ο πρωκτός έχω φαγούρα στον κώλο.
  4. figuratively, μεταφορικά το πίσω ή κάτω μέρος ενός αντικειμένου ο κώλος του αυτοκινήτου, ο κώλος του πλοίου (η πρύμνη), ο κώλος του αυγού
  5. figuratively, μεταφορικά ο πυθμένας, ο πάτος αγγείου, δοχείου, καλαθιού Με τόσο φορτίο άνοιξε ο κώλος του καλαθιού.
  6. offensive, vulgar, υβριστικό, χυδαίο υποτιμητικός χαρακτηρισμός Άντε πνίξου ρε κώλε!

相近词: πισινός

同义词与反义词

名词

相近词: πισινός

英语

讨论这个词

引用
MLA

"κώλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

κώλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"κώλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {κώλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BA%CF%8E%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}