λάμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λάμα¹
Where it comes from
λάμα < (άμεσο δάνειο) ιταλική lama < λατινική lamina
noun λάμα · λάμες · λάμας · λαμών
- το κοφτερό εξάρτημα εργαλείων, η λεπίδα ακονίζω τη λάμα του ξυραφιού
- μεταλλικό μακρόστενο έλασμα που χρησιμοποιείται συνήθως για να στηρίξει κάτι ※ Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ισ
noun λάμα · λάμες · λάμας · λαμών
- πνευματικός δάσκαλος ή ηγέτης του θιβετιανού βουδισμού
noun λάμα · λάμες · λάμας · λαμών
- θηλαστικό ζώο της Νότιας Αμερικής (λατινικό όνομα Llama glama), συγγενές με την καμήλα και που χρησιμοποιείται ως μέσα μεταφοράς ή για την παραγωγή μαλλιού
Similar: αιγοκάμηλος, αλπακάς, προβατοκάμηλος
Λάμα²
Where it comes from
Λάμα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Λάμα · Lama
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Thesaurus
noun
Similar: αιγοκάμηλος, αλπακάς, προβατοκάμηλος
In English
Talk about this word "λάμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. λάμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B1 "λάμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λάμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}