λάσπη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λάσπη¹
- ˈla.spi
Where it comes from
λάσπη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λάσπη < άγνωστης ετυμολογίας
noun λάσπη · λάσπες · λάσπης · λασπών
- μείγμα από χώμα και νερό, η παχύρρευστη μορφή που παίρνει το χώμα όταν δεχτεί μεγάλη ποσότητα βροχής ※ Ἀλλ' ἔξαφνα μὲς στὴ βοὴ γενναῖο παλληκάρι / καβάλλα σὲ μοναστηριοῦ ἀβάστακτο μουλάρι, / ὡς τὸν ἀρχαῖον ἄγγελον τοῦ Μαραθῶνος τρέχει / κι' εἰς τοῦ Σταυροῦ τοὺς μαχητὰς φωνάζει ὅτι βρέχει. / Βροχὴ καὶ λάσπη πλάκωσε... κρῖμα καὶ πάλι κρῖμα... / κάτω ἀμέσως τἄρματα, μὴν προχωρῆτε βῆμα.
-
μείγμα από χώμα, νερό και άλλα υλικά (όπως τσιμέντο άχυρα, ασβέστη), ως οικοδομικό υλικό
Similar: χαρμάνι
- το παχύρρευστο κατακάθι που σχηματίζεται στον πυθμένα δοχείων ή κοιλοτήτων με νερό
- η μορφή που παίρνουν κάποια υλικά (π.χ. ζυμαρικά, ρύζι), όταν παραβράσουν
- η συκοφαντία
- η ανηθικότητα, η ανήθικη ζωή
Similar: ιλύς
Λάσπη²
- ˈla.spi
Where it comes from
Λάσπη < λάσπη
proper noun Λάσπη · Λάσπες · Λάσπης · Λασπών
- χωριό της Ευρυτανίας, πρώην ονομασία του Αγίου Νικολάου
Thesaurus
noun
Similar: ιλύς
In English
Talk about this word "λάσπη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. λάσπη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7 "λάσπη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λάσπη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%80%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}