λάστιχο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λάστιχο
- ˈla.sti.xo
Where it comes from
λάστιχο < (άμεσο δάνειο) ιταλική elastico.
noun λάστιχο · λάστιχα · λάστιχου · λάστιχων
- υλικό το οποίο προέρχεται από φυσικό ή συνθετικό καουτσούκ
- γενική ονομασία για αντικείμενο που είναι κατασκευασμένο από λάστιχο (1)
- στρογγυλό αντικείμενο από λάστιχο (1) που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί, μάλλον προσωρινά, άλλα αντικείμενα
- εξάρτημα της ρόδας οχημάτων ≈ συνώνυμα: ελαστικό, επίσωτρο
- το σκασμένο ή ξεφουσκωμένο λάστιχο (4) αυτοκινήτου
- σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο
- τμήμα ρούχου που περιέχει λάστιχο (1) και έχει ελαστική συμπεριφορά
- είδος πλέξης που δημιουργεί ελαστική συμπεριφορά στο συγκεκριμένο σημείο του πλεχτού πουλόβερ με λάστιχο
- το προφυλακτικό
In English
Talk about this word "λάστιχο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. λάστιχο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF "λάστιχο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λάστιχο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}