λάστιχο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λάστιχο

  • ˈla.sti.xo

Where it comes from

λάστιχο < (άμεσο δάνειο) ιταλική elastico.

noun λάστιχο · λάστιχα · λάστιχου · λάστιχων

  1. υλικό το οποίο προέρχεται από φυσικό ή συνθετικό καουτσούκ
  2. γενική ονομασία για αντικείμενο που είναι κατασκευασμένο από λάστιχο (1)
  3. στρογγυλό αντικείμενο από λάστιχο (1) που χρησιμοποιείται για να συγκρατεί, μάλλον προσωρινά, άλλα αντικείμενα
  4. εξάρτημα της ρόδας οχημάτων ≈ συνώνυμα: ελαστικό, επίσωτρο
  5. figuratively, μεταφορικά το σκασμένο ή ξεφουσκωμένο λάστιχο (4) αυτοκινήτου
  6. σωληνοειδές αντικείμενο που χρησιμοποιείται στη μεταφορά νερού και χρησιμοποιείται κυρίως για πότισμα ή πλύσιμο
  7. τμήμα ρούχου που περιέχει λάστιχο (1) και έχει ελαστική συμπεριφορά
  8. είδος πλέξης που δημιουργεί ελαστική συμπεριφορά στο συγκεκριμένο σημείο του πλεχτού πουλόβερ με λάστιχο
  9. figuratively, μεταφορικά το προφυλακτικό

In English

  • tyre wheel covering
  • rubber synthetic materials with the same properties
  • hose flexible tube

Talk about this word

Cite this
MLA

"λάστιχο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λάστιχο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF

Chicago

"λάστιχο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λάστιχο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CF%87%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}