λέζα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λέζα¹
Where it comes from
λέζα < πιθανώς (άμεσο δάνειο) βενετική leza • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
noun λέζα · λέζες · λέζας
-
ευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη
※ Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»
Similar: πληρώνω τα σπασμένα, πληρώνω το μάρμαρο
- στενοχώρια
- είδος υφάσματος - δαντέλα
- όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά
noun λέζα · λέζες · λέζας
- η λεζάντα Δε μπορώ τώρα! Κάνω λέζα. (φτιάχνω τη λεζάντα)
Λέζα²
Where it comes from
Λέζα < γενική ενικού του αρσενικού Λέζας
proper noun Λέζα · Leza
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λέζας)
In English
- Lezhë town in northwestern Albania
Talk about this word "λέζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. λέζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1 "λέζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λέζα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}