λέζα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λέζα¹

Where it comes from

λέζα < πιθανώς (άμεσο δάνειο) βενετική leza • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

noun λέζα · λέζες · λέζας

  1. informal, ανεπίσημο ευθύνη, στην έκφραση «πληρώνω τη λέζα»: αναλαμβάνω την ευθύνη ※ Εγώ πλήρωσα τη λέζα». «Περίεργη γλώσσα χρησιμοποιείς. Τι είναι αυτή η λέζα;» «Πα να πει να πληρώσω εγώ το μάρμαρο, να φορτωθώ εγώ την ευθύνη που δεν μου ανήκε, να γίνω δηλαδή εγώ το εξιλαστήριο θύμα που λέμε»

    Similar: πληρώνω τα σπασμένα, πληρώνω το μάρμαρο

  2. informal, ανεπίσημο στενοχώρια
  3. ύφασμα είδος υφάσματος - δαντέλα
  4. όρος στο χαρτοπαίγνιο πικέτο, που αναφέρεται όταν ένας παίκτης έχει μαζέψει τα περισσότερα χαρτιά

noun λέζα · λέζες · λέζας

  1. familiar, informal, ανεπίσημο, προφορικό η λεζάντα Δε μπορώ τώρα! Κάνω λέζα. (φτιάχνω τη λεζάντα)

Λέζα²

Where it comes from

Λέζα < γενική ενικού του αρσενικού Λέζας

proper noun Λέζα · Leza

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο (αρσενικό Λέζας)

In English

  • Lezhë town in northwestern Albania

Talk about this word

Cite this
MLA

"λέζα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

λέζα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1

Chicago

"λέζα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λέζα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}