λέξη κλειδί
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
λέξη κλειδί
- ˈleksi kliˈði
Where it comes from
λέξη κλειδί < → δείτε τις λέξεις λέξη και κλειδί, (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική keyword
noun λέξη κλειδί
- λέξη που είναι κρίσιμη για την κατανόηση ενός κειμένου
-
το κλειδί που χρησιμοποιείται σε αλγόριθμους κρυπτογράφησης ή αποκρυπτογράφησης
Similar: κλειδί
-
λέξη που χρησιμοποιείται για ειδικό σκοπό σε γλώσσες προγραμματισμού (πχ. στο συντακτικό, στις εντολές). Ο όρος σε μερικές γλώσσες προγραμματισμού συμπίπτει με την δεσμευμένη λέξη (reserved word) (πχ. C, Python) και σε άλλες (όπως στη Java) είναι υποσύνολο της
υπερώνυμα: αναγνωριστικό (identifier), δεσμευμένη λέξη (πχ. στη γλώσσα προγραμματισμού Java)
Similar: δεσμευμένη λέξη, C, Python
In English
- keyword word used as a key to a code
Talk about this word "λέξη κλειδί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%20%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF. Accessed 7 Nov. 2026. λέξη κλειδί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%20%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF "λέξη κλειδί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%20%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {λέξη κλειδί},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AD%CE%BE%CE%B7%20%CE%BA%CE%BB%CE%B5%CE%B9%CE%B4%CE%AF},
urldate = {2026-11-07}
}