λίγος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

λίγος

  • ˈli.ɣos

Where it comes from

λίγος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική λίγος < αρχαία ελληνική ὀλίγος

adjective λίγος · λίγη · λίγο · λίγου · λίγης

  1. στον ενικό με μη αριθμητά ουσιαστικά δηλώνει μικρή, περιορισμένη ποσότητα Θα ήθελα λίγη ζάχαρη, παρακαλώ.
  2. στον πληθυντικό κυρίως με αριθμητά ουσιαστικά δηλώνει μικρό, περιορισμένο πλήθος (και αντωνυμική χρήση) Μέχρι πρόσφατα πολύ λίγοι Έλληνες είχαν σύνδεση με το διαδίκτυο.
  3. figuratively, μεταφορικά άνθρωπος περιορισμένων ικανοτήτων, ανεπαρκής Ήταν πολύ λίγος για να αντιμετωπίσει τέτοια πρόκληση με επιτυχία.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"λίγος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

λίγος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82

Chicago

"λίγος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {λίγος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BB%CE%AF%CE%B3%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}